υδροκριτικός

υδροκριτικός
η , ό[ν] водоразделяющий;

υδροκριτική γραμμή — водораздел


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "υδροκριτικός" в других словарях:

  • υδροκριτικός — ή, ό, Ν [υδροκρίτης]·1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υδροκρίτη 2. φρ. «υδροκριτική γραμμή» η γραμμή τού υδροκρίτη …   Dictionary of Greek

  • υδροκριτικός — ή, ό που έχει σχέση με τον υδροκρίτη (βλ. λ.): Υδροκριτική γραμμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»